Πιστεύεις στον έρωτα; – Νεκταρία Μαρκάκη

Κοίταξε το ρολόι της ανυπόμονα. Οι λεπτοδείκτες με το ζόρι έκαναν μια κίνηση, κάνοντας την να βογκήξει, λίγο πιο δυνατά απ’ ότι θα έπρεπε. Τράβηξε αμέσως την προσοχή της συναδέλφου της στο δίπλα γραφείο. Όσο κι αν προσπάθησε να δείξει αδιάφορη, δεν τα κατάφερε και η κοπέλα σύντομα είχε μετακινηθεί κοντά της κοιτώντας την εξεταστικά.

«Πολύ βιαστική σε βρίσκω σήμερα» είπε με ύφος πειρακτικό, μα καθόλου ειρωνικό. Η Έμμα αυτομάτως κοκκίνισε και χαμήλωσε το βλέμμα της, παλεύοντας ενάντια στο χαμόγελο που σχηματιζόταν στο πρόσωπο της. «Έχεις αλλάξει πολύ τον τελευταίο καιρό, τι σου συμβαίνει;»

«Τίποτα, είμαι μια χαρά»

«Αυτό λέω κι εγώ, είσαι μια χαρά και μου κάνει τρομερή εντύπωση» γέλασε καλοσυνάτα η κοπέλα. «Φαίνεσαι… ερωτευμένη!»

Πως μπορούσε να εξηγήσει στην φίλη της τι της είχε συμβεί; Εδώ καλά-καλά ούτε εκείνη δεν είχε καταλάβει πως ξαφνικά βρέθηκε να πηγαίνει κόντρα στο ρεύμα. Δεν αναζητούσε τον έρωτα γιατί το μόνο που της είχε προσφέρει ήταν πόνος. Δεν κοιτούσε τους ανθρώπους στα μάτια γιατί δεν ήθελε να δει βαθιά μέσα τους με τον φόβο πως θα δεθεί μαζί τους. Είχε περάσει ολόκληρη την ζωή της να παρακολουθεί εκείνους που αγαπούσε να την αφήνουν. Πρώτα ο πατέρας  της που σηκώθηκε ένα πρωί, της άφησε ένα φιλί στο κούτελο κι έφυγε χωρίς να δώσει ξανά σημάδια ζωής. Μετά η μητέρα της, που – ακόμα ήταν πεπεισμένη πως έτσι έγινε – πέθανε από την θλίψη της. Αργότερα στη ζωή της όλοι όσοι τόλμησε να αγαπήσει. Όλοι τους ένας-ένας την άφηναν… ώσπου βαρέθηκε να μένει πίσω και να παρακολουθεί πλάτες να χάνονται, ανθρώπους να την εγκαταλείπουν χωρίς να της ρίχνουν μια ματιά πάνω από τον ώμο, έστω για να σιγουρευτούν πως δεν είχε καταρρεύσει. Κλείστηκε στον εαυτό της για τα καλά. Χρόνια ήταν μοναχή της, αποφεύγοντας να γνωρίσει ανθρώπους, αποφεύγοντας κάθε άγγιγμα και κάθε είδους επαφής. Ώσπου πριν λίγο καιρό, μπήκε εκείνος στη ζωή της…

Δεν θα μπορούσε να εξηγήσει αυτό που ζούσε, σε κανέναν. Δεν υπήρχαν καν οι λέξεις. Σίγουρα αν τους έλεγε ποιος είχε μπει στη ζωή της, και με ποιον τρόπο, θα την κλείνανε σε τρελάδικο. Κι όμως… όλα ξεκίνησαν πριν έναν μήνα όταν μια Παρασκευή έφυγε από την δουλειά και αποφάσισε να περπατήσει κάτω από το χιόνι που το στροβίλιζε το αεράκι. Αγαπούσε το χιόνι, της φαινόταν το μόνο αμόλυντο πράγμα που μπορούσε να νιώσει πάνω της. Η καυτή της ανάσα, που έβγαινε με δυσκολία εξαιτίας του κρύου,  δημιουργούσε μικρά συννεφάκια μπροστά στο πρόσωπο της που της αποσπούσε τη προσοχή. Έχωσε τα χέρια στις τσέπες και κατέβασα λίγο ακόμα τον σκούφο της για να προστατέψει τα αυτιά της, όταν άκουσε μια φωνή τρεμάμενη να την καλεί. Κορίτσι, φαίνεσαι σα να χρειάζεσαι καλή παρέα! Πάρε ένα βιβλίο να σου κρατήσει συντροφιά!

Γύρισε ξαφνιασμένη να δει από πού ερχόταν η φωνή, και είδε μια γυναίκα που είχε σίγουρα ξεπεράσει τα εβδομήντα, πίσω από έναν πάγκο γεμάτο με βιβλία, που προστατευόταν από μια στρογγυλή ομπρέλα θαλάσσης. Η γυναίκα της έκανε νόημα να πλησιάσει και η Έμμα, δεν μπόρεσε να της χαλάσει το χατίρι. Επέστρεψε με καλοσύνη το χαμόγελο κι έριξε μια ματιά στη συλλογή από τα βιβλία, που έμοιαζαν να είναι φορτωμένα με τόσα χρόνια, όσα η γυναίκα.

«Δεν έχω ακούσει ποτέ ξανά γι αυτά τα βιβλία» σχολίασε καθώς περνούσε τα δάχτυλά της πάνω από τα εξώφυλλα, με τους άγνωστους τίτλους. Της φάνηκε περίεργο που όλα ήταν γραμμένα από την ίδια συγγραφέα. Πρέπει να ήταν πάνω από πενήντα τίτλοι, όλες ιστορίες αγάπης απ’ όσο μπορούσε να δει.

«Είναι ιδιαίτερα βιβλία,» αναστέναξε η γυναίκα, κάπως μελαγχολικά. «Γραμμένα με αγάπη, για λίγους κι εκλεκτούς»

«Τι εννοείτε;»

«Ας πούμε πως τα βιβλία αυτά, είναι μόνο για ψυχές σαν εσένα». Η γυναίκα κάρφωσε τα μάτια της στα δικά της και η Έμμα ανατρίχιασε και πάλι, καθώς θυμήθηκε πόσο έντονα είχε αντιδράσει το δέρμα της εκείνο το απόγευμα.

«Ψυχές σαν εμένα;» επανέλαβε προβληματισμένη η κοπέλα.

«Ναι, μοναχικές ψυχές που έχουν χάσει το νόημα της αγάπης… που κρατούν κλειδωμένη την καρδιά τους και φοβούνται να αγαπήσουν και να αγαπηθούν».

Η Έμμα έκανε ένα βήμα μακριά από τον πάγκο και τράβηξε το χέρι της πάνω από τα βιβλία, λες και θα την έκαιγαν. «Με συγχωρείτε, πρέπει να φύγω…»

«Συγγνώμη!» φώναξε η γυναίκα και κουτσαίνοντας την πλησίασε διστακτικά, φοβούμενη πως η Έμμα θα έτρεχε μακριά της. «Μη φεύγεις, συγχώρεσε με, μερικές φορές ξεφεύγω και δεν φιλτράρω τα λόγια και τον τρόπο μου. Έχεις δίκιο. Δεν έπρεπε να τα πω αυτά… να… πάρε αυτό, δώρο από μένα.»

«Δεν χρειάζεται» διαμαρτυρήθηκε. Δεν αισθανόταν άνετα αλλά η γυναίκα δεν την άφηνε να φύγει χωρίς να πάρει το βιβλίο. Τελικά το έχωσε στη βαθιά τσέπη του μπουφάν της και χαμογέλασε αχνά στη γυναίκα που την κοιτούσε ευχαριστημένη.

«Να το διαβάσεις. Θα σου κάνει καλό» την προέτρεψε, σχεδόν ικετευτικά.

«Θα το διαβάσω,» της υποσχέθηκε, περισσότερο για να μπορέσει να της ξεφύγει.

 Τα μάτια της γυναίκας βούρκωσαν καθώς κουνούσε το κεφάλι της καταφατικά. «Καλό δρόμο, και καλό διάβασμα. Αυτό το βιβλίο… είναι το αγαπημένο μου».

Γύρισε σπίτι μετά από μία ώρα. Της άρεσε να περιπλανιέται άσκοπα κάτω από το χιόνι. Όμως καθώς το βράδυ έπαιρνε τη θέση του, διώχνοντας τη μέρα, το κρύο γινόταν αφόρητο και τρύπωνε μέσα από το μπουφάν της εύκολα. Κρέμασε το κασκόλ της και ξεφορτώθηκε τις μπότες της, μα όταν έβγαλε και το μπουφάν, θυμήθηκε πως μες τη τσέπη του είχε το βιβλίο. Παράξενο που δεν την βάραινε τόση ώρα. Το τράβηξε έξω και του έριξε μια ματιά. «Πιστεύεις στον έρωτα;» έγραφε απ’ έξω. Δεν είχε ούτε καν κανονικό τίτλο. Το πέταξε στον καναπέ όπου την περίμενε η αγαπημένη της κουβέρτα, και με ευλάβεια έφτιαξε κάτι να φάει. Αφού έκανε ένα καυτό ντους, ξάπλωσε στον καναπέ κι έπιασε το βιβλίο στα χέρια της. Το άνοιξε στη μέση και ξαφνιάστηκε όταν είδε πως την πρωταγωνίστρια την έλεγαν Έμμα. Κάγχασε και κρατήθηκε με το ζόρι να μην διαβάσει το τέλος- μια κακή συνήθεια που της χαλούσε την ομορφιά του διαβάσματος. Πήρε μια βαθιά ανάσα, τυλίχτηκε με τη κουβέρτα, κι άνοιξε το βιβλίο στο πρώτο κεφάλαιο.

Κάτι παράξενο έγινε… και συνέχισε να γίνεται κάθε φορά που διάβαζε το βιβλίο. Χανόταν μες τις σελίδες, μα… στη κυριολεξία. Έμπαινε μες το βιβλίο. Ζούσε τη ζωή της Έμμα… Δεν ήξερε αν ακροβατούσε μεταξύ πραγματικότητας ή ονείρου αν και είχε αρχίσει να τα χάνει γιατί ότι της συνέβαινε στις σελίδες, το ένιωθε… Ξεκίνησε χαμένη σ’ ένα δάσος να τρέχει ξέπνοη. Έπεσε και χτύπησε, το γόνατό της μάτωσε, έχασε τις αισθήσεις… Φοβόταν μα όταν δύο δυνατά χέρια της σήκωσαν και ο σωτήρας της ψιθύρισε στο αυτί της πως δεν είχε να φοβάται τίποτα, ηρέμησε αμέσως. Δεν θυμόταν πολλά μα όταν τινάχτηκε μπερδεμένη για αυτό που της είχε συμβεί, είδε πως από την πληγή στο γόνατο της έτρεχε αίμα.

Για μερικές μέρες ένιωθε τρομοκρατημένη κάθε φορά που πλησίαζε το βιβλίο. Δεν τον άγγιζε καν μα τέσσερις μέρες μετά η περιέργεια της νίκησε. Κάθισε πάλι στον καναπέ και άνοιξε διστακτικά το βιβλίο μα τρόμαξε ακόμα περισσότερο όταν είδε τις σελίδες, μετά από το κεφάλαιο όπου είχε σταματήσει, κενές. Δεν πρόλαβε να διαβάσει ούτε καν μία λέξη από το νέο κεφάλαιο, και ξάφνου βρέθηκε να στέκεται μπροστά από ένα τζάκι που έκαιγε. Έριξε μια ματιά γύρω της. Καλύβα… μες τη μέση του πουθενά… χιόνι παντού.

«Πίστευα πως δεν θα ξαναερχόσουν…» η απαλή φωνή που ερχόταν από πίσω της, την έκανε να παγώσει για μια στιγμή, από φόβο. «Δεν ξέρεις πόσο φοβήθηκα πως δεν θα σε ξαναδώ…»

Γύρισε προς το μέρος του και κράτησε την ανάσα της όταν ήρθε αντιμέτωπη μ’ έναν όμορφο άντρα, σαν αυτούς που φανταζόταν όταν άφηνε την φαντασία της ελεύθερη. Πρόσωπο γεμάτο γωνίες με την απαραίτητη όμως παιδικότητα, μάτια μπλε και μεγάλα, ολοκάθαρα που δεν έκρυβαν τίποτα και καστανά μαλλιά που έφταναν στη μέση του σβέρκου του. Χείλια γεμάτα και καλοσχηματισμένα, δημιουργημένα για ατελείωτα φιλιά και μεγάλες πλάτες που έδειχναν να μπορούν να σηκώσουν τον κόσμο όλο.

«Ποιος είσαι;» τον ρώτησε κάπως εχθρικά.

«Ξεχνάω πως ακόμα δεν με ξέρεις,» της χαμογέλασε, και ένιωσε να λιώνει γιατί δεν είχε δει πιο όμορφο χαμόγελο. «Σεμπάστιαν…» συστήθηκε και της έδωσε μια κούπα με ζεστή σοκολάτα. Δίστασε να την πάρει μα την είχε μεθύσει η μυρωδιά της, που μπερδευόταν με το άρωμα του άντρα αυτού που δεν γνώριζε, μα ένιωθε σαν να τον ήξερε μια ολόκληρη ζωή. Κάθισαν μπροστά στο τζάκι αμίλητοι όταν τελικά εκείνος δεν άντεξε και γέλασε απαλά, τραβώντας της την προσοχή. «Είσαι τόσο όμορφη…» Τα μάγουλα της την έκαψαν και ήξερε πως θα έδειχνε εντελώς χαζή με τα αναψοκοκκινισμένα της μάγουλα.

Η πρώτη τους συνάντηση πέρασε χωρίς να μιλήσουν πολύ. Μόνο κοιτούσαν ο ένας τον άλλον ώσπου η Έμμα κοιμήθηκε και ξύπνησε στο διαμέρισμα της. Παντού μύριζε το άρωμα του. Τρελάθηκε… δεν είχε περάσει τόσο χρόνο με κάποιον χωρίς ν’ ανταλλάξει κουβέντα και παρόλ’ αυτά να νιώθει τόσο όμορφα. Γύρισε το βράδυ σπίτι, τρέχοντας και πριν καλά-καλά βγάλει το μπουφάν της, είχε ανοίξει το βιβλίο. Κι εκείνος ήταν εκεί και την περίμενε, σε άλλο μέρος κάθε φορά, με το ίδιο χαμόγελο και την ίδια λαχτάρα. Σύντομα του ανοίχτηκε. Του είπε τους φόβους της και τους προβληματισμούς της κι εκείνος άκουγε με προσοχή, Την πρόσεχε κι έκανε ότι περνούσε από το χέρι του για να είναι χαρούμενη. Ήξερε τι της άρεσε και τι χρειαζόταν πριν καν εκείνη το ζητήσει. Ήταν μαγικός, όπως και το βιβλίο που της είχε δώσει η γυναίκα- ξεκλείδωσε την καρδιά της αβίαστα και για πρώτη φορά η Έμμα δεν φοβήθηκε να αγαπήσει. Ακόμη δεν είχε καταλάβει αν αυτό που ζούσε ήταν της φαντασίας της ή αληθινό. Μα κάθε φορά που επέστρεφε στη ζωή της, τα σημάδια από τα φιλιά του ήταν πάνω της. Πως θα μπορούσε να ήταν ψέμα ότι ζούσε μαζί του όταν η πιπιλιά που του άρεσε να της αφήνει στο λαιμό σαν ενθύμιο ήταν εκεί;

Προσπάθησε να βρει τη γυναίκα που της είχε δώσει το βιβλίο μα ήταν αδύνατον. Ρώτησε τριγύρω τους πλανόδιους αν την είχαν δει και λάμβανε αρνητικές απαντήσεις από όλους. Έπρεπε να μάθει τι γινόταν κάθε φορά που άνοιγε το βιβλίο. Της είχε δώσει νόημα στη ζωή της, είχε κάνει πάλι την καρδιά της να χτυπάει άτακτα και να περιμένει με ανυπομονησία κάθε συνάντηση της με τον γλυκό Σεμπάστιαν που την αγαπούσε με όλο του το είναι. Μα πάνω απ’ όλα, έπρεπε να μάθει τι θα γινόταν όταν το βιβλίο που έγραφε εκείνη, αφού το κείμενο διαμορφωνόταν ανάλογα με τις αποφάσεις της όταν έμπαινε στον κόσμο του, όταν έφτανε στο τέλος του.

Έτσι και τώρα, πριν γυρίσει σπίτι στον έρωτα της με τον Σεμπάστιαν, θα έκανε μια βόλτα μήπως έβρισκε τη γυναίκα. Μάζεψε τα πράγματα της πριν καν έρθει η ώρα να σχολάσει και χαμογέλασε πονηρά στη συνάδελφο της. «Συγγνώμη, έχω ραντεβού και πρέπει να φύγω» χαχάνισε και βγήκε τρέχοντας στον δρόμο. Μα για μία ακόμη φορά, η γυναίκα ήταν άφαντη. Γύρισε σπίτι αποκαρδιωμένη και έριξε το σώμα της με φόρα στον καναπέ. Κοίταξε το βιβλίο και της ήρθε να βάλει τα κλάματα γιατί είχαν απομείνει με το ζόρι τριάντα σελίδες να διαβάσει. Με τρεμάμενο χέρι, το σήκωσε κι έκλεισε τα μάτια.

Βρέθηκε στη Ρώμη, στη Φοντάνα τι Τρέβι, να κάθεται στο χείλος του σιντριβανιού- ήταν κατακαλόκαιρο και δίπλα της ο Σεμπάστιαν είχε γυρισμένο το πρόσωπο του προς τον ήλιο- έμοιαζε σαν άγγελος. Συγκράτησε έναν λυγμό γιατί φοβήθηκε πως θα τον έχανε και τον τράβηξε κοντά της από τον γιακά για να κλέψει ένα ακόμη φιλί από τα γευστικά χείλια του.

«Ε, γιατί κλαις;» τη ρώτησε ανήσυχος και χάιδεψε τα μαλλιά της.

«Τριάντα σελίδες απόμειναν…» του εξήγησε. Δεν είχε κρατήσει κρυφό πως εκείνος ήταν φτιαγμένος από το χέρι και το μελάνι κάποιας άγνωστης συγγραφέως. Κι εκείνος είχε δεχτεί την εξήγηση χωρίς να φέρει αντίρρηση. «Τι θα κάνω μετά;»

Σήκωσε το πρόσωπο της πιάνοντας το πηγούνι της με τον δείκτη και τον αντίχειρά του, και χαμογέλασε διάπλατα ενώ κάρφωσε τα μάτια του στα δικά της. «Μα είναι τόσο απλό, Έμμα μου…» έλιωσε στο άκουσμα του ονόματος της από το στόμα του. «Ξεκίνα να διαβάζεις το βιβλίο ξανά, από την αρχή, και θα είμαστε ξανά μαζί…» Εκείνη γέλασε και γαντζώθηκε πάνω του ενώ χανόταν στο φιλί του που μύριζε ήλιο και παγωτό.

Μα φυσικά και ήταν τόσο απλό…

 

 

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *