thegift

Το Δώρο – Ειρήνη Κορώνη

“Δεν θα πας τελικά;”
Πήρα τα μάτια από το μισοτελειωμένο μου γιαούρτι και κοίταξα τον οθόνη του υπολογιστή. Εκεί, κάμποσα χιλιόμετρα μακριά με αρκετές χώρες ανάμεσά μας, μπορούσα να δω τον φίλο μου τον Όσκαρ να με κοιτάζει με προσήλωση. Οι βίντεο-κλήσεις ήταν ο μόνος τρόπος να επικοινωνούμε όταν μας χώριζε τόσο μεγάλη απόσταση, γιατί ο Όσκαρ βαριόταν όσο τίποτα άλλο τα κινητά.

Ανασήκωσα τους ώμους. “Αναγκαστικά” σχολίασα. “Δεν έχω καμία απολύτως όρεξη να ξαναδώ την Λίντα μετά από όλα αυτά”.

“Είναι ακόμα με τον Τζέισον;” Η φωνή του ακούστηκε κατευναστική. Τον παρατήρησα μέσα από την οθόνη μου να χαλαρώνει στην καρέκλα του, ανοίγοντας ένα-δυό κουμπιά του πουκαμίσου του χωρίς να παίρνει τα μάτια του από πάνω μου. Αχ, να ήξερες τί μου κάνει αυτό, Όσκαρ…
“Υποθέτω πως ναι. Και αν πάω σήμερα, θα είναι η πρώτη φορά που θα τον ξαναδώ μετά από… τότε”.

Ο Όσκαρ έριξε τα χέρια του στην ξύλινη επιφάνεια του γραφείου όπου είχε ακουμπήσει το laptop του και τότε πρόσεξα πως είχε γυρίσει τα μανίκια του μέχρι πάνω από τους αγκώνες, αφήνοντας τα καλογυμνασμένα του χέρια εκτεθειμένα στα πρόθυμα μάτια μου. Προσποιήθηκα πως χάζευα τα νύχια μου, για να μην χρειαστεί να ξανακοιτάξω στο ίδιο σημείο.

“Ξέχασέ τον, γλυκιά μου” είπε. Εκείνη την στιγμή, κάπου από πίσω του άκουσα ένα γαύγισμα. “Να, ορίστε” συνέχισε, χτυπώντας το χέρι του στο πόδι του. “Και ο Κόμης Δράκουλας συμφωνεί μαζί μου”. Ο Κόμης Δράκουλας είναι το μπιγκλ του Όσκαρ. Το όνομα του το πρότεινα για πλάκα και του άρεσε τόσο που τελικά το κράτησε. Ο Κόμης σκαρφάλωσε στα πόδια του Όσκαρ και έριξε την μουσούδα του στο τραπέζι μπροστά στον υπολογιστή.

“Γεια σου, Κόμη” είπα, για να με επιβραβεύσει με ένα γαύγισμα.
Ο Όσκαρ ακούμπησε απαλά τον Κόμη στο πάτωμα. “Περίμενε να βολευτώ, μικρούλα” μου είπε και άρπαξε το laptop με το ένα χέρι, μετακινώντας το σε άλλο δωμάτιο, κρατώντας το σε μια γωνία από την οποία μπορούσα μόνο να δω τους μύες στα χέρια του να σφίγγουν και να χαλαρώνουν. Αναστέναξα χαμηλόφωνα. “Είπες κάτι, μικρούλα;” με ρώτησε ο Όσκαρ, αφήνοντας το laptop στον καναπέ.

“Όχι, τίποτα” βιάστηκα να προσθέσω. “Τί θα κάνεις απόψε; Παραμονή Χριστουγέννων είναι, δεν έχεις κανένα ραντεβουδάκι;”
“Ναι, αμέ, έχω” σχολίασε ανάλαφρα και προς στιγμήν ένιωσα την καρδιά μου να σφίγγεται· ο Όσκαρ δεν έχει ιδέα για τα αισθήματά σου οπότε ήταν απόλυτα φυσιολογικό να βγαίνει ραντεβού, Τζεν… “Με την τσαγιέρα μου” πρόσθεσε έπειτα από λίγο. “Με συγχωρείς μισό λεπτό, επιστρέφω αμέσως”.

Σύνελθε… σκέφτηκα. Δεν έχει ιδέα και το καλό που σου θέλω, είναι να παραμείνει έτσι. Ο Όσκαρ επέστρεψε έπειτα από λίγο, κρατώντας στα χέρια ένα φλιτζάνι που άχνιζε και ένα τσάι σε φακελάκι. “Επέστρεψα” σχολίασε τραγουδώντας, προσπαθώντας να ανοίξει το τσάι. “Λοιπόν, για πες” ξεκίνησε και τότε έφερε την συσκευασία στο στόμα του, σκίζοντας το χαρτί με τα δόντια, κοιτώντας με κατάματα, μην έχοντας απολύτως καμία ιδέα τί αναστάτωση μου προκαλούσε με αυτή την αθώα κίνηση. “Τί έχεις σκοπό να φορέσεις απόψε; Το καλό που σου θέλω, να είναι εκείνο το μαύρο φόρεμα που σου αγόρασα τις προάλλες και δεν φοράς ποτέ. Αφού θα δεις τον Τζέισον, πρέπει να είσαι ακόμα πιο όμορφη από το συνηθισμένο. Να δει τί έχασε”.

“Δεν έχω καμία όρεξη να πάω” αναστέναξα.
“Τότε μην πας”.
“Μα πρέπει. Θα είναι όλοι εκεί. Οι γονείς μου δεν ξέρουν τί έχει συμβεί με εμένα, τον Τζέισον και τη Λίντα, θα αναρωτηθούν γιατί δεν πάω στο πάρτι της ξαδέρφης μου, ενώ δεν έχω κάτι άλλο να κάνω!”
Ο Όσκαρ αναστέναξε. “Μακάρι να ήμουν εκεί” είπε. “Μπορούσα να έρθω μαζί σου. Και τότε να δεις τα μούτρα του Τζέισον!”
“Σ’ ευχαριστώ, Όσκαρ, μα είμαι μεγάλο κορίτσι πια” σχολίασα. “Θα τα καταφέρω”.
“Θα με ενημερώσεις να μου πεις πώς πήγε;”
“Εννοείται” συμφώνησα.
“Ωραία”. Το βλέμμα του Όσκαρ έπεσε κάπου στα δεξιά του. “Ω, να πάρει! Μικρούλα, πρέπει να κλείσω. Έχω μια… υποχρέωση. Σίγουρα θα τα καταφέρεις μόνη σου;”
“Σίγουρα. Κοίτα να μην κουραστείς πολύ και να έρθεις όσο πιο γρήγορα μπορείς πίσω”. Ωχ, αυτό δεν έπρεπε να το πω!
Εκείνος μου χαμογέλασε· μικρές ρυτίδες γέλιου αυλάκωσαν τα μάτια του. “Καληνύχτα, μικρούλα. Σ’ αγαπώ”.
Ανατρίχιασα κοιτώντας το όμορφο πρόσωπό του μέσα από την οθόνη. “Κι εγώ σ’ αγαπώ, Όσκαρ”. Δεν έχεις ιδέα πόσο.

Η γιορτή ήταν σκέτο φιάσκο.
Μετά τις υποχρεωτικές χαιρετούρες βρέθηκα σε έναν καναπέ με ένα ποτήρι κρασί στο χέρι, αποφεύγοντας να μιλήσω σε οποιονδήποτε ερχόταν να μου πιάσει κουβέντα. Το θετικό ήταν πως η Λίντα δεν σχολίασε τίποτα σχετικά με το παρελθόν, νιώθοντας προφανώς έστω και λίγο ένοχη, για το ότι την είχα πιάσει με τον φίλο μου στο κρεβάτι μου πριν έναν χρόνο και έτσι υπέθετα πως το μυστικό ήταν ακόμα ασφαλές. Είχα αρχίσει να βαριέμαι, κοίταζα κάθε πέντε λεπτά το ρολόι μετρώντας αντίστροφα το τελευταίο μισάωρο που είχα σκοπό να κάτσω εκεί πριν επιστρέψω, όταν κάπου στο σπίτι της θείας μου άκουσα να χτυπάει το σταθερό, το οποίο και είδα με την άκρη του ματιού μου να απαντάει ο Τζέισον. Πήρα τα μάτια μου και άφησα το μυαλό μου να ταξιδέψει. Και έφτασε και πάλι στον Όσκαρ.

“Τζέννι;” Σήκωσα το βλέμμα για να βρω τον Τζέισον από πάνω μου, το μοναδικό άτομο που με αποκαλούσε έτσι και το σιχαινόμουν, με το ακουστικό στο χέρι και πίσω του την Λίντα, την θεία και τους γονείς μου να με κοιτάνε, σαν να περίμεναν από εμένα μια απάντηση. “Είναι για σένα” είπε ο Τζέισον. “Το αγόρι σου”.

Ευτυχώς που δεν είχα πιεί πολύ, αλλιώς ήμουν έτοιμη να ρωτήσω “ποιό αγόρι μου;”. Ρίχνοντας μια σοκαρισμένη ματιά στους υπόλοιπους που ακόμα με κοιτούσαν, πήρα το τηλέφωνο από τα χέρια του πρώην μου και σηκώθηκα από τον καναπέ, ψάχνοντας μια ήσυχη γωνία για να μιλήσω με τον άγνωστο στην άλλη γραμμή. “Παρακαλώ;”

“Έλα, αγάπη μου”. Η φωνή του Όσκαρ ακούστηκε καθαρή μέσα από το ακουστικό.

“Όσκαρ;!”

Τον άκουσα να γελάει και τον είδα με τα μάτια της φαντασίας μου να κάνει το ίδιο. “Σου άρεσε η έκπληξη; Ελπίζω να τάραξα λίγο τα νερά. Ο πρώην σου δεν ήταν ο τύπος που απάντησε;”

“Ναι” σχολίασα κοιτάζοντας πίσω τον Τζέισον. Με κοιτούσε και που και που γυρνούσε να μιλήσει με την Λίντα και τους άλλους. “Μόνο που ακόμα και οι γονείς μου πιστεύουν ότι έχω σχέση”.
“Εντάξει, υποθέτω τότε πως θα πρέπει να τους γνωρίσω κάποια στιγμή” σχολίασε ανάλαφρα.
“Σ’ ευχαριστώ που πήρες”.
“Χαρά μου” σχολίασε. “Θα επιβιώσεις μόνη σου; Μπορώ να κάνω κάτι άλλο για σένα, ομορφιά μου;” Έκλεισα τα μάτια και πίεσα την ράχη της μύτης μου με τα δάχτυλα. Να πάρει, Όσκαρ!
“Όχι. Μου έφτιαξες ήδη το κέφι. Εξάλλου δεν είχα σκοπό να κάτσω και πολύ”.
“Ωραία. Οπότε να υπολογίζω ότι θα μιλήσουμε το πρωί;”
“Εννοείται”.
“Θα περιμένω μήνυμά σου, ναι; Σ’ αγαπώ, Τζένιφερ”.
“Κι εγώ” σχολίασα κάπως πιο απότομα από όσο σκόπευα. Με σκότωνε αυτό το πράγμα· οι γλυκιές του κουβέντες – που ήταν πολλές – την στιγμή που ήξερα πως ήταν καθαρά φιλικές, που ήξερα πως ποτέ δεν θα ένιωθε για μένα όπως εγώ για εκείνον. Ο Όσκαρ ήταν πάντα σαν ένα λούτρινο ύψους 1.90. Από αυτά που θες να τα κρατάς αγκαλιά όλη την ώρα και σε κάνουν να νιώθεις παιδί. Και αυτό ήθελα, μόνο που δεν άντεχα να το κάνω πλέον, γνωρίζοντας πως θα έμενε μόνο εκεί. Τα συναισθήματά μου ήταν δύσκολο να φύγουν τόσο απότομα, οπότε το μόνο που μπορούσα να κάνω ήταν να τα αγνοώ. Να τα βλέπω, να αναγνωρίζω την ύπαρξή τους και να τα αγνοώ.

Εκείνο το βράδυ παραλίγο να στείλω μήνυμα στον Όσκαρ λέγοντάς του τα πάντα γύρω στις τρεις φορές. Έγραψα το μήνυμα όπως έβγαινε από μέσα μου, το διάβαζα και δευτερόλεπτα πριν πατήσω αποστολή, το έσβηνα, θυμωμένη με τον εαυτό μου που έφτασα τόσο κοντά στο να σπάσω. Τρεις φορές έγινε αυτό και μετά από ένα ηρεμιστικό και την μεταφορά του κινητού μου μέσα σε μια κατσαρόλα και μέσα στο ντουλάπι της κουζίνας, βυθίστηκα σε έναν ύπνο χωρίς όνειρα.

Το επόμενο πρωί δεν διέφερε από άλλα. Έστειλα ένα μήνυμα στον Όσκαρ, όπως μου είχε ζητήσει και είχε περάσει μία ώρα χωρίς απάντηση. Ήλπιζα πως κοιμόταν. Δεν άντεχα την σκέψη πως τελικά είχε βγει το βράδυ, είχε γνωρίσει κάποια και ήταν μαζί της. Δεν ήταν τέτοιος τύπος ο Όσκαρ, αλλά μέσα στην παραζάλη μου και το παρολίγον ολίσθημά μου, είχα γίνει παρανοϊκή.
Κατεβαίνοντας στην κουζίνα ντυμένη και έτοιμη για μια πρωινή βόλτα, σταμάτησα στην μέση της σκάλας, σοκαρισμένη από τον ήχο γυαλιού να σπάει. Δεν πήρε ώρα να καταλάβω τί είχε συμβεί.

Ήταν το παράθυρο της κουζίνας. Είχε γίνει θρύψαλλα, κομμάτια γυαλιού είχαν πέσει στο τραπέζι και μια μικρή πέτρα κειτόταν στο πάτωμα. Την άρπαξα και χωρίς να το σκεφτώ πολύ, βγήκα στην αυλή. Πίσω από τους θάμνους, έπιασα μια κίνηση. “Ε, εσύ εκεί!” φώναξα. Αλλά το τελευταίο πράγμα που περίμενα να δω, ήταν τρία πιτσιρίκια, όχι πάνω από δέκα ετών, να σταματάνε με την πλάτη γυρισμένη σε μένα και έπειτα να στρέφονται να με κοιτάξουν. “Εσείς πετάξατε την πέτρα;” φώναξα.

Τα πιτσιρίκια με κοίταξαν σοκαρισμένα και το ένα από αυτά, πλησίασε, κοιτώντας με σαν κουτάβι. “Κυρία, να σας εξηγήσω”.
“Το βρίσκετε αστείο;” ρώτησα, έτοιμη να βάλω τα κλάμματα. Ο πρώην μου με είχε απατήσει με την ίδια μου την ξαδέρφη, ο καλύτερός μου φίλος δεν είχε ιδέα ότι έλιωνα για πάρτη του και τρία πιτσιρίκια μου είχαν καταστρέψει το παράθυρό μου.
“Κυρία, μας έβαλαν να το κάνουμε!” πετάχτηκε ένα από τα άλλα δύο παιδιά. Το τρίτο έγνεφε τόσο έντονα, που ένιωθα πως θα ξεκολλήσει το κεφάλι του.
“Σας έβαλαν;”
“Ναι, κυρία, ναι!” είπαν με μια φωνή.
“Ποιός;”
“Ήταν ένας κύριος” είπε το πρώτο παιδί. “Παίζαμε στην πλατεία” σχολίασε δείχνοντας κάπου πιο πέρα “και μας πλησίασε ένας κύριος. Φαινόταν πολύ ευγενικός, μας έδωσε και από ένα χαρτονόμισμα στον καθένα, αν ρίχναμε την πέτρα στην πόρτα σας, κυρία. Δεν θέλαμε να σπάσουμε το τζάμι, μόνο να χτυπήσουμε την πόρτα για να βγείτε έξω και να δείτε το γράμμα, κυρία”.
“Το γράμμα;” ρώτησα. “Ποιό γράμμα;”
Ο πιτσιρίκος πήρε την πέτρα από τα χέρια μου και την γύρισε ανάποδα. Στην πίσω μεριά, ήταν πιασμένο με ένα λάστιχο ένα κομμάτι χαρτί. “Ο κύριος το έβαλε εκεί, κυρία. Μας είπε πως σας ξέρει και πως θα καταλάβετε”. Κοίταξα τα τρία παιδιά και χαμογέλασα. Προφανώς κάποιος μου έκανε φάρσα. Τί εφταιγαν και αυτά τα καημένα; Παιδιά είναι… “Συγγνώμη για το τζάμι, κυρία” πρόσθεσε το πρώτο. Ξεδίπλωσα το χαρτί και το διάβασα.

Στις επτά να είσαι στο γνωστό σημείο.

Δεν έγραφε τίποτα άλλο.
Κοίταξα τα παιδιά, που ενώ μπορούσαν να γίνουν άφαντα, στέκονταν εκεί και με κοίταζαν. Χαμογέλασα και πάλι. “Δεν πειράζει” είπα. Χαμογέλασαν σοκαρισμένα. “Απλώς να μην το ξανακάνετε, ναι; Άλλη φορά να μου χτυπάτε το κουδούνι”.
“Έχετε δίκιο, κυρία!” είπαν. “Συγγνώμη! Δηλαδή μπορούμε να φύγουμε; Δεν θα το πείτε στους γονείς μας;!”
Χαμογέλασα. “Γρήγορα να παίξετε!” τους είπα, σφίγγοντας την πέτρα στα χέρια μου. Τα παιδιά έφυγαν τρέχοντας και μάλιστα με χαιρέτησαν από μακριά, πριν χαθούν στην στροφή. Έπειτα η προσοχή μου στράφηκε στο γράμμα. Ποιός ήταν; Κάποιος που ήξερε πού μένω, φυσικά. Και ποιό διάολο ήταν το γνωστό σημείο; Τρομαγμένη, μήπως επρόκειτο για κάποιον τρελό, χώθηκα ξανά στο σπίτι μου. Δεν έχει βόλτα σήμερα.
Μήπως ήταν ο Τζέισον;

Η ώρα ήταν δώδεκα και ακόμα δεν είχα καμία απάντηση από τον Όσκαρ. Είχα αρχίσει να φρικάρω. Δοκίμασα να τον καλέσω, η κλήση πήγε στον τηλεφωνητή. Μετά την τέταρτη προσπάθεια, άφησα ένα μήνυμα. Έστειλα ακόμα ένα γραπτό, για να βεβαιωθώ και έπειτα τύλιξα το δώρο που του είχα πάρει, για να του το δώσω μόλις θα επέστρεφε. Ήταν η δερματόδετη έκδοση ενός πολύ σπάνιου βιβλίου που έψαχνε καιρό. Μου είχε αναφέρει κάποτε πως το ήθελε· κίνησα μερικά νήματα – κάτι που σημαίνει πως επιστράτευσα μερικούς φίλους στο εξωτερικό – και το απέκτησα.

Όλη μέρα σχεδόν είχε περάσει και ακόμα δεν είχα νέο από τον Όσκαρ. Πέρασα το μεσημέρι με τους γονείς μου, που με πίεζαν να τους γνωρίσω το μυστηριώδες αγόρι μου, κάτι που δεν βοηθούσε γενικά στην στρατηγική μου “μην σκέφτεσαι τον Όσκαρ” και το απόγευμα είδα ό, τι ρομαντική χριστουγεννιάτικη ταινία είχα στο σπίτι. Πιο αργά, αποφάσισα να κάνω μια βόλτα· είχα, στο μεταξύ, ξεχάσει εντελώς το περίεργο γράμμα.

Τα βήματά μου με οδήγησαν στο πάρκο. Είχα ένα αγαπημένο σημείο σε εκείνο το μέρος, που ήταν η μικρή γέφυρα στη λίμνη, επειδή εκεί γνώρισα τον Όσκαρ για πρώτη φορά. Ήταν περίπου τέσσερα χρόνια πριν, έκανα ποδήλατο και ξαφνικά – για κάποιον ανεξήγητο λόγο, η αλυσίδα του ποδηλάτου βγήκε από την θέση της, έχασα την ισορροπία μου και έπεσα πάνω σε κάποιον άγνωστο, ο οποίος όχι μόνο με δεν με έβρισε, αλλά με πήγε και στο νοσοκομείο, για να βεβαιωθεί πως ήμουν καλά. Τέσσερα χρόνια μετά, αυτός ο κάποιος είχε γίνει ο καλύτερός μου φίλος και ο άνθρωπος που έκανε τα σωθικά μου να βράζουν με ένα και μόνο του χαμόγελο.
Και που ασφαλώς, δεν ήξερε τίποτα για όλα αυτά.

Είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει, το πάρκο γέμιζε με ερωτευμένα ζευγαράκια που είχαν έρθει να χαζέψουν την χριστουγεννιάτικη ατμόσφαιρα και εγώ ήμουν σαν την μύγα μέσα στο γάλα, μόνη, να ατενίζω την σκοτεινή ομορφιά της λίμνης που με έκανε να θυμάμαι τον Όσκαρ και να μελαγχολώ, γιατί κάποιος ρομαντικός τυπάκος είχε γεμίσει το παγκάκι μου με ροδοπέταλα, περιμένοντας ασφαλώς την αγαπημένη του. Ήμουν πολύ κοντά στο να αρχίσω να κλαίω για την δειλία μου, γιατί αν ήμουν λίγο πιο σίγουρη για τον εαυτό μου, θα είχα ήδη καλέσει τον Όσκαρ και θα του τα είχα πει όλα. Και θα είχα ηρεμήσει. Πιθανότατα θα είχα χάσει τον καλύτερό μου φίλο, μα θα είχα την ψυχική μου ηρεμία. Λίγα δευτερόλεπτα ντροπής για την ησυχία μου… Χαζεύοντας ένα ιδιαιτέρως ανήσυχο ζευγαράκι λίγο πιο πέρα, χωρίς καν να το καταλάβω, έβγαλα το κινητό από την τσέπη.

Κάλεσα τον αριθμό του Όσκαρ, που πλέον ήξερα απ’ έξω, και δεν εξεπλάγην ευχάριστα όταν βγήκε ο τηλεφωνητής. Αυτό ήθελα. Θα ήταν πολύ δύσκολο να τα πω όλα αυτά ζωντανά. “Όσκαρ, εγώ είμαι” ξεκίνησα. “Ελπίζω να είσαι καλά. Δεν θέλω να ενοχλώ, ειδικά αφού δεν είχα νέα σου όλη μέρα, πήρα μόνο για να σου πω κάτι, το οποίο μπορούμε να συζητήσουμε, αν θέλεις, μόλις επιστρέψεις. Ή και όχι…τέλος πάντων…” δάγκωσα τα χείλη μου.

Πώς το λένε τώρα αυτό; Πάρε θάρρος! Θάρρος! “Σ’ αγαπώ, Όσκαρ” είπα πριν το μετανιώσω. “Σ’ αγαπώ. Πριν σκεφτείς πως το ξέρεις, σου λέω μόνο πως… δεν μπορώ να το κρατάω άλλο μέσα μου, Όσκαρ! Δεν μπορώ άλλο έτσι, εντάξει; Εσύ δεν ήξερες τίποτα και ήσουν πάτα τόσο καλός μαζί μου, αλλά εγώ έλιωνα μέσα μου, γιατί με κοιτούσες και δεν είχες ιδέα και δεν ήθελα να έχεις ιδέα!” Τότε κάπου κατάλαβα πως μάλλον γινόμουν πολύ δραματική και εξάλλου σε λίγο θα με έκοβε και το μηχάνημα. “Αν θέλεις να μιλήσουμε, θα περιμένω τηλεφώνημά σου”. Και το έκλεισα.

Δεν είχαν περάσει πάνω από πέντε λεπτά, όταν άκουσα μια φωνή από κάπου πίσω μου.
“Άργησες”.
Τρομαγμένη γύρισα απότομα.
Ο Όσκαρ φορούσε ένα μαύρο παλτό που τον έκανε να μοιάζει ακόμα πιο σέξι από όσο είχα συνηθίσει. Από μέσα φορούσε ένα μαύρο μάλλινο πουλόβερ – ήταν το δώρο μου για τα γενέθλιά του; – και είχε τα χέρια στις τσέπες.
“Όσκαρ;” ρώτησα ηλίθια.
Εκείνος γέλασε και κατέβασε το βλέμμα. “Για όνομα του Θεού, Τζένιφερ, τρεις μέρες έλειψα!” σχολίασε. “Με ξέχασες κιόλας;”

Σκούπισα τα μάτια μου και τον κοίταξα, καθώς με πλησίαζε με και σήκωνε στα χέρια του σε μια αγκαλιά. Είχα ξεχάσει το ντροπιαστικό μήνυμα. “Τί κάνεις εδώ;”

Ο Όσκαρ ανασήκωσε το φρύδι. “Θες να πεις πως δεν κατάλαβες ακόμα;” Τον κοίταξα με απορία. “Η πέτρα, ομορφιά μου” είπε και με πλησίασε.”Με πληγώνεις, νόμιζα θα καταλάβαινες ότι ήμουν εγώ”. Τα χείλη του πετάρισαν σε ένα πειρακτικό χαμόγελο. Πριν απαντήσω, με τράβηξε στην αγκαλιά του ξανά και έκρυψε το πρόσωπό του στο λαιμό μου. “Μου έλειψες πολύ” ψέλλισε. “Δεν μπορούσα να είμαι άλλο μακριά. Η δουλειά δεν τελειώνει ποτέ. Ζήτησα λοιπόν άδεια για να έρθω να σε δω”.

Ανταπέδωσα την αγκαλιά κι έκλεισα τα μάτια. “Μου έλειψες, Όσκαρ”.

“Μμμ…” έκανε. “Χαίρομαι”. Απομακρύνθηκε από κοντά μου και με κοίταξε, δαγκώνοντας τα χείλη του. Πέρασε τα δάχτυλά του από τα μαλλιά μου και έφερε μια τούφα στην μύτη του, χωρίς να πάψει να με κοιτάει. “Έχεις λίγο χρόνο για μένα, Τζένιφερ;”
Έχω όλη μου τη ζωή. “Ασφαλώς”. Και τότε σκέφτηκα το μήνυμα. Θεέ μου, έπρεπε να το σβήσω. Πάρε το κινητό του. Ξέρεις τον κωδικό του τηλεφωνητή του, εσύ τον βοήθησες να τον ρυθμίσει, ο Όσκαρ είναι μπουμπούνας! “Πριν από αυτό…” ξεκίνησα και τον είδα να με κοιτάζει με αυτά τα ήρεμα, γαλάζια μάτια. “Μπορώ να έχω το κινητό σου;”
“Το κινητό μου;” ρώτησε, σηκώνοντας το φρύδι. “Τί να το κάνεις;”
“Να τηλεφωνήσω στους δικούς μου” είπα ψέμματα. “Ε… με περίμεναν απόψε. Έρχεται και ο θείος μου από το εξωτερικό και…”
“Τζενιφερ, ο θείος σου επέστρεψε πριν τέσσερις μέρες” με μάλωσε, ρίχνοντας το χέρι του στη μέση μου. “Εσύ μου το είπες, το ξέχασες;”

Ω, γαμώ το.

“Ωραία, εντάξει… απλώς… να έκανα μια βλακεία και θέλω λίγο το κινητό σου”.
Ο Όσκαρ γέλασε και έβγαλε το κινητό από την τσέπη του. Το κράτησε πάνω από το κεφάλι του, γελώντας. “Θα στο δώσω, μόνο αν μου πεις τί βλακεία έκανες”.
Σκέψου γρήγορα, Τζεν.

“Να, έστειλα ένα μήνυμα στον Τζέισον” είπα. “Ήταν μια στιγμή αδυναμίας και θέλω να δω αν το έλαβε. Αν τον ακούσω, θα καταλάβω από την φωνή του. Προφανώς και δεν μπορώ να πάρω από το δικό μου κινητό” πρόσθεσα και τον κοίταξα σαν να ήταν αυτονόητο. Ο Όσκαρ πρέπει να με πίστεψε, γιατί κατέβασε το χέρι και μου έδωσε το κινητό. Τον κοίταξα, ντράπηκα για το ψέμα μου,αλλά έπρεπε να διαγράψω το μήνυμα που είχα αφήσει. Αλλιώς, θα ήταν καταστροφικό. Κάλεσα τον αριθμό του τηλεφωνητή του και ετοιμάστηκα να πατήσω τον κωδικό, όταν μίλησε.

“Πάντως αν σκοπεύεις να διαγράψεις τα μηνύματα στον τηλεφωνητή μου, είναι λίγο αργά” σχολίασε ατάραχος, χαζεύοντας τα νύχια του. Τον κοίταξα· και έκλεισα το τηλέφωνο σοκαρισμένη.
“Όσκαρ, να σου εξηγήσω” ξεκίνησα να λέω όταν με κοίταξε και μου κόπηκαν τα πόδια.
“Δεν είμαι δα τόσο χαζός, ομορφιά μου”.
“Όσκαρ, δεν το εννοούσα όπως ακούστηκε” προσπάθησα και πάλι, νιώθοντας την καρδιά μου να καλπάζει. Τα είχα χαλάσει όλα.
“Άργησες, Τζένιφερ” είπε ήρεμα. “Άργησες”.
Κοίταξα το ρολόι. “Επτά έγραφες στο γράμμα” είπα. “Είναι επτά και τέταρτο και μιλάμε ήδη κάμποση ώρα. Είμαι στην ώρα μου και-“
“Άργησες περίπου ένα μήνα” σχολίασε, χωρίς να πάρει τα μάτια του από τα δικά μου. “Γι’ αυτό ήρθα” πρόσθεσε. “Για να σου πω πως άργησες έναν ολόκληρο μήνα να μου πεις την αλήθεια”.
“Όπα, κάτσε” άρχισα. “Δηλαδή το ήξερες;”
Ο Όσκαρ γέλασε. “Και βέβαια το ήξερα, Τζένιφερ, είπαμε, δεν είμαι ηλίθιος!”
Ξεροκατάπια. “Και γιατί δεν μου είπες τίποτα;!”

Ο Όσκαρ με πλησίασε, τα χείλη του σχεδόν άγγιξαν τα δικά μου. “Γιατί ήθελα να οργανώσω όλη αυτή την φαντασμαγορική κατάσταση” ψέλλισε· η ανάσα του καυτή στα χείλη μου. “Τα ροδοπέταλα στο παγκάκι, η ρομαντική μας βόλτα… ήθελα να είναι κάτι που θα θυμάσαι σε όλη σου την ζωή, Τζένιφερ και δεν έπρεπε να βιαστώ. Πονούσα που δεν ήμουν σε θέση να σε αρπάξω και να σε φιλήσω όπως ήθελα, αλλά περίμενα, γιατί ήθελα να κάνω κάτι υπέροχο για σένα. Ήθελα να μην ξεχάσεις ποτέ… αυτό”.

“Ποιό;” ρώτησα σαν χαζή.
Ο Όσκαρ γέλασε. Τα χέρια του έπεσαν στη μέση μου και χωρίς καμία προειδοποίηση, με φίλησε.
Και ήταν ό, τι καλύτερο ένιωσα ποτέ στη ζωή μου.
Τα πόδια μου έλιωσαν σχεδόν, εκείνος με κράτησε από την μέση, τον ένιωσα να χαμογελάει, χωρίς να ξεκολλάει από πάνω μου. Διστακτικά, έσυρε το χέρι του στο λαιμό μου, όπου και με πίεσε απαλά, κάνοντάς με να ενδώσω και να να με τρελάνει ακόμα πιο πολύ. Έπειτα απομακρύνθηκε.
“Θέλω να περάσω όλες μου τις μέρες μαζί σου, ομορφιά μου. Τις όμορφες, τις άσχημες, όλες. Σε θέλω για πάντα, το καταλαβαίνεις;” Έγνεψα σοκαρισμένη, πολεμώντας με τα δάκρια. “Εσύ;”
Δεν απάντησα. Μόνο τον τράβηξα κοντά μου για ακόμα ένα φιλί, που τον άφησε λαχανιασμένο. “Καλά Χριστούγεννα, Τζένιφερ”.

ᘞ’

Θέμα : Ένα απρόσμενο δώρο (1ο)

H @IreneKoroni είναι η μεγαλύτερη φαν των Tokio Hotel και κάποια μέρα θα ήθελε να παντρευτεί τον Τομ Χιντλεστον.

Στο προφίλ της μπορείτε να βρείτε 14 διαφορετικές ιστορίες. Έχει κερδίσει στα πρώτα Greek Wattys 2015 με την βρικολακίστικη ιστορία της “Midnight”, στα Wattys 2016 με την ιστορία “Τα παιδιά του χειμώνα” και έχει λάβει μέρος σε πολλούς από τους μίνι διαγωνισμούς μας.

Leave a Comment

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *