babyelf

Το ξωτικό των Χριστουγέννων – Χρύσα Μίσχου

  Το περιμέναμε με αγωνία εδώ και χρόνια. Με τον Νίκο ήμασταν μαζί δεκαπέντε χρόνια, τα δέκα από αυτά παντρεμένοι. Είχαμε ο ένας τον άλλο, ήμασταν τρελά ερωτευμένοι και ευτυχισμένοι, θεωρούσαμε πως είχαμε τα πάντα, αλλά κάποια στιγμή ανακαλύψαμε πως, αυτό που επιθυμούσαμε περισσότερο από όλα, δεν ερχόταν.

«Μην ανησυχείς, είναι νωρίς ακόμα, θα μείνεις έγκυος», μου έλεγε γεμάτος σιγουριά καθώς με έσφιγγε δυνατά πάνω του, κάθε φορά που του έδειχνα δακρυσμένη ακόμα ένα αρνητικό τεστ.

Τα χρόνια περνούσαν όμως και μεγαλώναμε και το μωρό μας συνέχιζε να μην έρχεται. Στην αρχή προσπαθούσα να το δω ψύχραιμα. Δεν ήμουν η πρώτη που δεν μπορούσε να μείνει έγκυος – και σίγουρα δεν θα ήμουν και η τελευταία. Έπρεπε να αποβάλλουμε το άγχος, να χαλαρώσουμε, να το απολαύσουμε βρε αδερφέ!

Το απολαύσαμε για ένα διάστημα, κάναμε σαν τρελοί μετρώντας τις γόνιμες μέρες, τις αντοχές του σπέρματος στην μήτρα και λοιπά, και μετά καταλήξαμε να φοβόμαστε να κάνουμε σεξ. Πλέον η κάθε μας συνεύρεση γινόταν με μοναδικό σκοπό να τεκνοποιήσουμε και η απογοήτευση κάθε μήνα που δεν τα καταφέρναμε, ήταν αβάσταχτη. Κάπως έτσι, σταματήσαμε να κάνουμε σεξ και αρχίσαμε να τρέχουμε στους γιατρούς.

Δεν θα ξεχάσω ποτέ την πρώτη φορά που πήγαμε σε κάποιον ειδικό γονιμότητας. Το ραντεβού μας, που χρειάστηκε να περιμένουμε για αυτό τρεις μήνες από τη μέρα που το κλείσαμε, ήταν στις εννιά το βράδυ. Χειμώνας και είχε σκοτεινιάσει. Καθώς περιμέναμε τη σειρά μας στο πολυτελές σαλονάκι του πολυτελούς του ιατρείου, κόπηκε το ρεύμα. Για να μην τα πολυλογώ, πληρώσαμε 150 ευρώ για να καθίσουμε μαζί του στο φως ενός κεριού, να μας ρωτήσει αν καπνίζουμε, αν πίνουμε και πόσες φορές συνουσιαζόμαστε την εβδομάδα και να μας γράψει ένα κάρο εξετάσεις (που κόστισαν πάνω από 300 ευρώ). Με έτσουξε. Όχι γιατί δεν ήμουν πρόθυμη να δώσω χρήματα για να κάνω ένα μωρό, θα έδινα τον κόσμο ολόκληρο για να γεμίσει η αγκαλιά μου, αλλά επειδή ο Νίκος τότε ήταν άνεργος και ζοριζόμασταν οικονομικά. Αφού οι εξετάσεις μας βγήκαν καλές, ο «ειδικός καθηγητής» μας ενημέρωσε ότι δεν είχαμε κανένα οργανικό πρόβλημα και απόρησε μάλιστα και ο ίδιος, γιατί δεν είχαμε όχι ένα, αλλά πέντε μωρά μέχρι τώρα.

Χάσαμε με αυτόν σχεδόν πεντακόσια ευρώ και ένα εξάμηνο, αφού η κάθε εξέταση γινόταν σε συγκεκριμένη ημερομηνία του κύκλου και έπρεπε να κάνουμε οικονομίες για να μαζέψουμε τα λεφτά των εξετάσεων.

Είχαμε απογοητευτεί. Σαν ζευγάρι ήμασταν στα χειρότερα μας. Αντί να μας ενώνει το πρόβλημα μας, είχε αρχίσει να μας χωρίζει αφού ο καθένας μας το αντιμετώπιζε με τον δικό του τρόπο. Ο Νίκος θυμήθηκε ξαφνικά τις παρέες του από όταν ήταν ελεύθερος και άρχισε να βγαίνει κάθε βράδυ αφήνοντας με μόνη σε ένα άδειο σπίτι. Και εγώ… εγώ άρχισα να γράφω.

Κάπου εκεί ξεκίνησαν και τα καλόβολα ή και όχι και τόσο καλόβολα σχόλια του περίγυρου. «Είστε τόσα χρόνια παντρεμένοι, γιατί δεν κάνετε ένα παιδάκι;» μας έλεγε χαμογελαστή η κάθε κουτσομπόλα κυράτσα της γειτονιάς, μην παραλείποντας να προσθέσει «Μην αργείτε, περνάει ο καιρός. Εκτός και αν δεν μπορείτε…»

Αλλάξαμε γιατρό. Αυτή τη φορά είπαμε να δοκιμάσουμε κάτι διαφορετικό και πήγαμε σε μια γυναίκα. Δείξαμε τις εξετάσεις, μας είπε και αυτή με τη σειρά της ότι δεν υπάρχει κανένα οργανικό πρόβλημα σε κανέναν από τους δύο μας και πως δεν καταλάβαινε για ποιο λόγο δεν είχα μείνει ακόμα έγκυος. Αφού μας πρότεινε να βοηθήσουμε κάπως την κατάσταση παρακολουθώντας την ωορρηξία και αρχίζοντας ήπιες ορμόνες, ξεκινήσαμε ακόμα μια φορά την προσπάθεια, γεμάτοι ελπίδα.

Και τελικά έμεινα έγκυος. Όταν είδα τη μικρή μπλε γραμμή στο τεστ δεν μπορούσα να το πιστέψω. Τα χέρια μου έτρεμαν τόσο που το στίκ μου έπεσε από τα χέρια. Επιτέλους! Θα γινόμουν μαμά! Το όνειρο μου θα γινόταν πραγματικότητα! Έκλαιγα από χαρά όταν το ανακοίνωσα στον Νίκο και πήραμε μαζί τηλέφωνο τους γονείς και τα αδέρφια μας, να μοιραστούμε την χαρά μας.

«Πως αισθάνεσαι που επιτέλους έμεινες και εσύ έγκυος;» με ρώτησε η κουνιάδα μου, αλλά μέσα στη χαρά μου δεν της έδωσα καμία σημασία.

Σε δύο μέρες ξεκίνησε το αίμα. Ήταν λίγο στην αρχή, ανάξιο προσοχής όπως είπε η γιατρός.

«Θα μείνεις ξαπλωμένη, θα ξεκουραστείς και θα σταματήσει. Όλα θα πάνε καλά», μου υποσχόταν.

Κάθε μέρα που περνούσε το αίμα αυξανόταν. Διάβαζα για παρόμοιες περιπτώσεις στο διαδίκτυο, άλλες φορές παίρνοντας ελπίδα διαβάζοντας ότι όλα πήγαν καλά, άλλες φορές κλείνοντας κλαίγοντας τον υπολογιστή. Ξεκίνησα και θεραπεία προγεστερόνης για να βοηθηθεί η εγκυμοσύνη, αλλά δεν άντεξε. Το όνειρο μου μέσα σε μια εβδομάδα χάθηκε.

Δεν ξέρω αν ήταν επειδή το άγγιξα για λίγο και το έχασα, δεν ξέρω αν ήταν οι ορμόνες και τα φάρμακα που με έκαναν να νιώθω έτσι, αλλά πραγματικά είχα πιάσει πάτο. Κυκλοφορούσα σαν ζόμπι, δεν ήθελα να βλέπω κανέναν. Από τα φάρμακα είχα βάλει κιλά και όλοι χαρούμενοι έπιαναν την κοιλιά μου και μου εύχονταν για ένα μωρό που είχε χαθεί. Για ένα μωρό που εγώ είχα χάσει.

Σίγουρα δεν είχα κάνει κάτι καλά. Σίγουρα δεν είχα προσέξει κάτι. Κάποιο λάθος είχα κάνει. Αλλιώς το μωρό μου δεν θα χανότανε.

«Να πας στην τάδε εκκλησία και να ανάψεις ένα κερί. Ήταν και μια άλλη έτσι σαν εσένα, που δεν μπορούσε να κάνει παιδιά. Δεκαεφτά χρόνια ήταν παντρεμένη και έπιασε μωρό κατευθείαν».

«Είσαι πολύ τυχερή που έχεις πεθερικά σαν εμάς που σε αγαπάμε και δεν βγαίνουμε να πούμε σε όλο τον κόσμο ότι είσαι στείρα».

«Με τον Νίκο κάνετε καθόλου σεξ; Ή περιμένετε κανέναν πελαργό να φέρει το μωρό;»

Τα συγκεκριμένα λόγια, όπως και πολλά άλλα στο ίδιο ύφος, ήταν πράγματα που άκουγα όλο και πιο συχνά όσο περνούσαν και άλλοι μήνες. Κόντευα να πέσω σε βαθιά κατάθλιψη, όταν έμεινα έγκυος ξανά.

Αυτή τη φορά δεν το είπα πουθενά. Το κράτησα για τον εαυτό μου και το φύλαξα μέσα μου, αλλά δεν ήταν γραφτό και αυτό να έχει διάρκεια. Πνίγηκε σε ένα ματωμένο ποτάμι, λίγες μέρες μετά το θετικό τεστ. Κλείστηκα στο μπάνιο και έκλαψα για ώρες. Βούλωσα το στόμα μου με την γροθιά μου για να πνίξω τους λυγμούς και επέτρεψα στον εαυτό μου να καταρρεύσει στα παγωμένα πλακάκια. Στον Νίκο δεν είπα τίποτα, είχαμε χάσει εντελώς την συναισθηματική επαφή ανάμεσα μας. Ήμασταν δύο ξένοι.

Πνιγόμουν τα βράδια στο σπίτι. Έμενα μόνη με τις σκέψεις μου, με τους εφιάλτες μου, με όλα όσα με βασάνιζαν, ενώ ο άντρας μου έλειπε όλο και πιο πολλές νύχτες γυρνώντας ποιος ξέρει που. Και συνέχισα να γράφω. Τα δάχτυλα μου πετούσαν, γεμίζοντας άδειες σελίδες στην οθόνη του υπολογιστή. Άρχισα να σκέφτομαι το διαζύγιο. Δεν θα το πίστευα ποτέ αν κάποιος μου έλεγε πριν από πέντε χρόνια ότι εμείς, η Άννα και ο Νίκος που αγαπιόμασταν τόσο πολύ, που ταιριάζαμε απόλυτα ο ένας με τον άλλο, που ήμασταν ένα από τη μέρα που γνωριστήκαμε, θα τελειώναμε κάποτε τόσο άδοξα.

Πήγα σε έναν δικηγόρο και ξεκίνησα τις διαδικασίες. Το διαζύγιο συναινετικό και δεν υπήρχαν παιδιά, θα έβγαινε αμέσως. Τι μεγάλη ειρωνεία, αυτό που πάντα θεωρούσα το μεγαλύτερο πρόβλημα, την μεγαλύτερη έλλειψη στη σχέση μας, ήταν αυτό που τώρα θα μας διευκόλυνε. Το ίδιο βράδυ, τον περίμενα στο σπίτι για να του το ανακοινώσω. Κοίταζα τους δείχτες του ρολογιού να μετακινούνται όσο η νύχτα προχωρούσε, αλλά αυτός εξαφανισμένος. Το κινητό του ήταν κλειστό – όχι ότι είχα μπει στον κόπο να τον ψάξω κάποια από τις προηγούμενες φορές. Εμφανίστηκε στις πέντε το πρωί, παραπατώντας μεθυσμένα και σωριάστηκε στον καναπέ. Βρομοκοπούσε ποτό και γυναικείο άρωμα.

Έσφιξα τα δόντια και του είπα ήρεμα και αργά – θέλοντας να βεβαιωθώ ότι με καταλάβαινε – ότι είχαμε τελειώσει. Ότι θα έφευγα από το σπίτι και πως σε λίγες μέρες θα είχε κάποια επικοινωνία με τον δικηγόρο μου για τις λεπτομέρειες. Ήδη είχε βρει δουλειά τότε, στην αποθήκη ενός μεγάλου σούπερ μάρκετ και εγώ είχα την δική μου δουλειά σαν βοηθός λογιστή, οπότε δεν θα είχαμε οικονομικές εκκρεμότητες και απαιτήσεις ο ένας από τον άλλο. Ένα σπίτι μόνο, το σπίτι μας που είχαμε αγοράσει μαζί, θα το πουλούσαμε και θα αποπληρώναμε το δάνειο.

Δεν πίστευα στα μάτια μου αλλά άρχισε να κλαίει. Έπεσε στα πόδια μου και με ικέτεψε να μείνω, να το ξανασκεφτώ. Είπε ότι θα άλλαζε, ότι το θέμα του παιδιού τον είχε αποσυντονίσει τόσο πολύ, που είχε ξεχάσει πόσο με αγαπούσε. Η αλήθεια είναι πως τον αγαπούσα και εγώ. Δέχτηκα.

Για λίγο καιρό η συμβίωση μας ήταν σαν να πατούσαμε σε εύθραυστο πάγο. Βρήκαμε όμως και πάλι τα βήματα μας, θυμηθήκαμε ποιά ήταν αυτά που αγαπούσαμε ο ένας στον άλλο και βάλαμε το θέμα του παιδιού στην άκρη για λίγο. Γίναμε ένα ξανά και τα χρόνια περνούσαν.

Είχα πατήσει τα σαράντα. Είχα παρατήσει τη δουλειά μου – τα μυθιστορήματα που έγραφα τα μοναχικά μου βράδια τελικά είχαν γίνει το έναυσμα μιας καινούριας, ιδιαίτερα επιτυχημένης καριέρας – και δούλευα στο σπίτι τελειώνοντας το τρίτο μου βιβλίο όταν λιποθύμησα πρώτη φορά. Δεν έδωσα σημασία, το θεώρησα σύμπτωμα υπερκόπωσης, έγραφα σαν τρελή για να προλάβω τις ημερομηνίες. Τρεις μέρες αργότερα, λιποθύμησα ξανά. Ήταν η αλλαγή της εποχής, ερχόταν η άνοιξη και απλά πήρα ένα κουτί βιταμίνες και δεν έδωσα παραπάνω σημασία.

Δεν πονηρεύτηκα ούτε και όταν ξεκίνησαν οι αναγούλες και οι ζαλάδες, αφού μετά τα φάρμακα γονιμότητας ο κύκλος μου είχε αλλάξει και αντιμετώπιζα αρκετά ορμονικά προβλήματα. Μετά και την τρίτη λιποθυμία όμως, ο Νίκος με πήρε σηκωτή και με πήγε στον γιατρό.

«Συγχαρητήρια, είστε έγκυος» μου είπε και λιποθύμησα ξανά.

Τις πρώτες μέρες – τους πρώτους μήνες για να είμαι ακριβής – φοβόμουν και να κουνηθώ. Μιλούσα με τον γιατρό μου δέκα φορές την ημέρα, παρακολουθούσα και την παραμικρή αλλαγή στο σώμα μου και την κατέγραφα στο ειδικό ημερολόγιο που διατηρούσα για αυτό τον σκοπό. Όταν πέρασα το πρώτο τρίμηνο με επιτυχία και έκανα την εξέταση της αυχενικής διαφάνειας, όταν με διαβεβαίωσαν ότι το μωράκι στην κοιλιά μου ήταν υγιέστατο και δεν σκόπευε να πάει πουθενά μέχρι να έρθει η ώρα του να γεννηθεί, άρχισα να ανασαίνω λίγο πιο φυσιολογικά.

Το δεύτερο τρίμηνο ήταν υπέροχο, ίσως οι καλύτεροι μήνες της ζωής μου. Έτρωγα, ένιωθα το μωρό μου να μεγαλώνει μέσα μου μέρα με την μέρα και χάιδευα τρυφερά την κοιλιά μου που όλο και φούσκωνε. Στο τρίτο τρίμηνο ξεκίνησε ο πανικός. Φτιάξαμε το παιδικό δωμάτιο, αγοράσαμε ρουχαλάκια, ζιπουνάκια, σεντόνια, καλτσάκια, όλα μικροσκοπικά και σε ουδέτερα χρώματα. Ζητήσαμε από τον γιατρό να μην μας πει το φύλο του παιδιού, αποφασίσαμε πως θέλαμε να είναι έκπληξη. Δεν μπορούσα να το πιστέψω ακόμα ότι ζούσα τόση ευτυχία, ότι όλο αυτό ήταν αληθινό.

Στόλισα το δέντρο και το σπίτι μας από τον Νοέμβριο, θέλοντας να βεβαιωθώ ότι όλα θα ήταν έτοιμα να υποδεχτούν το μικρό μας θαύμα που περιμέναμε κοντά στα Χριστούγεννα. Και ο καιρός περνούσε.

Δεν θυμάμαι πως έφτασα στο μαιευτήριο. Μόνο ότι στην διαδρομή μετρούσα τα Χριστουγεννιάτικα στολίδια του δρόμου, τα φωτάκια στα μπαλκόνια και έπαιρνα βαθιές ανάσες για να ξεχάσω τον πόνο από τις συσπάσεις και τον πανικό που απειλούσε να με πνίξει. Δεν θυμάμαι τελικά πόσο πόνεσα, δεν θυμάμαι το χέρι του Νίκου που έσφιγγε δυνατά το δικό μου σε όλη τη διάρκεια της γέννας. Το μόνο που θυμάμαι είναι τον εαυτό μου να χάνεται μέσα σε δύο καταγάλανα ματάκια, τόσο όμοια με αυτά του μακαρίτη του πατέρα μου.

«Να σου συστήσω την κόρη σου», μου είπε ο γιατρός και την απίθωσε στην αγκαλιά μου.

Άρχισα να κλαίω. Το ίδιο έκανε και το μωρό. Πανικόβλητη, έψαξα γύρω μου τον Νίκο για βοήθεια. Στεκόταν από πάνω μου και κοίταζε και αυτός μαγεμένος το πλάσμα αυτό που περιμέναμε με τόση αγωνία, τον καρπό του έρωτα μας, το παιδί μας.

«Μην φοβάσαι, απλά πεινάει. Ακούμπησε την απαλά στο στήθος σου και θα βρει τον δρόμο της», με καθησύχασε η μαία.

«Είναι μια κούκλα», είπα παλεύοντας ακόμα να ελέγξω τα δάκρυα μου.

«Μια κουκλίτσα με λίγο πεταχτά αφτιά», γέλασε η κοπέλα και βγήκε αθόρυβα από το δωμάτιο.

«Ένα μικρό ξωτικό των Χριστουγέννων», είπε και ο Νίκος παίρνοντας μας στην αγκαλιά του και τις δύο γελώντας.

******

Θέμα : Το ξωτικό των Χριστουγέννων(3ο)

Από την @MiskouChrysa

Leave a Comment

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *