opwseisai

Όπως είσαι – Γιώργος Σαουλίδης

«Η μνήμη είναι εύθραυστη και καπριτσιόζα, ο καθένας μας θυμάται και ξεχνάει ανάλογα με ότι τον βολεύει. Το παρελθόν είναι ένα σημειωματάριο με πολλά φύλλα χαρτί, πάνω στα οποία γρατζουνίζουμε τις ζωές μας με μελάνι που αλλάζει ανάλογα την ψυχολογία μας».

Isabel Allende, Zorro

«Μια στιγμή,» της είπα και έτρεξα αγχωμένος πίσω στην τουαλέτα.

Μα πως μπορούσα να βρεθώ τόσο απροετοίμαστος; Να την εδώ, ο παιδικός μου έρωτας, και εγώ κρυμμένος στην γωνία του καφέ-βιβλιοθήκης να τρώω με μανία τα νύχια μου.

Κοίταξα απεγνωσμένα τον χαρτοφύλακά μου.

Fan-fiction από Star Wars, νουβελοποίηση της σειράς Game of Thrones και το τελευταίο του Tom Clancy.

Τι να κλάσει τώρα ο Clancy, εδώ θέλουμε κάτι σε Δον Ζουάν. Μα να μην έχω κανέναν ερωτύλο μαζί μου, τώρα που με καίει; Έναν Ζορό, έναν Τζέιμς Μποντ; Άρπαξα το Game of Thrones υπό μάλης, έγλυψα το μαλλί και προχώρησα προς εκείνη λες και ήμουν κοτζάμ ένα μέτρο ύψος.

Τράβηξα πίσω την καρέκλα και σκαρφάλωσα με δυσκολία, αλλά τό ‘κρυψα λες και ήξερα το πώς όλη μου τη ζωή. Πήρα θέση άνετη και δραματική. Την κοίταξα με λάγνο βλέμμα και της είπα, «Τα πάντα είναι καλύτερα με λίγο κρασί στην κοιλιά…» Τέντωσα το χεράκι μου και χτύπησα τα δάχτυλα μου. «Γκαρσόν, λίγο κόκκινο κρασί και γρήγορα γιατί η δεσποινίς διψάει.»

Εκείνη παραμέρισε μια ξανθιά τούφα, χαμογέλασε υπέροχα και με ρώτησε, «Και που ξέρεις εσύ τι θέλει η δεσποινίς;»

Έγειρα μπροστά και την κοίταξα στα καφεπράσινά της μάτια. «Ξέρω. Αφού είμαι ο θεός των βυζιών και του κρασιού.»

Σκατά.

Σκατασκατασκατά.

Μας έκαψες Τύριον παλιοζουμπά.

Έριξα το βιβλίο από την μασχάλη και κοίταξα τριγύρω που να σκύψω να κρυφτώ. Με κοίταξε μία στιγμή σιωπηλά και αφού πέθανα μέσα μου καμιά εκατοστή φορές, ρουθούνισε και γέλασε δυνατά. «Έχεις αλλάξει αρκετά από το σχολείο. Σε θυμόμουν πιο ρομαντικό. Τόσα χρόνια έχουν περάσει αλλά δεν το περίμενα…»

«Ναι,» της είπα και ανέπνευσα ήσυχος που δεν το έκαψα το θέμα. Τι να πω; Χρειαζόμουν κάτι άλλο. Κοίταξα προς τον χαρτοφύλακα. Αφέντη Γιόντα, εσύ θα μας σώσεις; Μπα… Χειρότερα θα τα κάνει αυτός. Έριξα το βλέμμα στα ράφια δίπλα μου. Paper towns, Ηλέκτρα, Το Κορίτσι με το Τατουάζ.

Αρχίδια βιβλιοθηκονομία κάνετε παιδιά.

Πάνω που άρχισα να πανικοβάλλομαι, να’ σου ο Μικρός Πρίγκηπας. Καλός είσαι. Τον έφερα κάτω από την μασχάλη σαν ταχυδακτυλουργός που εξαφανίζει κέρμα.

«Η γλώσσα είναι η πηγή των παρεξηγήσεων…» της είπα και το έσωσα. Μάλλον.

«Όντως είναι,» μου είπε και μου χαμογέλασε. Της έφυγε όμως γρήγορα και με κοίταξε περίεργα, γιατί κουνιόμουν πέρα-δώθε στην καρέκλα μου αντί να βολευτώ σαν άνθρωπος. Την είδα να κοιτάζει νευρικά την ώρα, σε ένα χάλκινο ρολόι που έμοιαζε με το πιο ακριβό στολίδι πάνω της.

Θα την έχανα. Τέτοια ευκαιρία, να την πετύχω τυχαία μετά από τόσα χρόνια και τώρα θα μου έφευγε ξανά! Τι δικαιολογία θα έβρισκα για να παρηγορήσω τον εαυτό μου πάλι; Θα με συγχωρούσα ποτέ;

Τότε οκ, ήμουν μικρός. Δίστασα, δεν της είπα ποτέ τι νιώθω για εκείνη. Τώρα όμως; Τώρα που κατέχω το μυστικό; Τώρα που δεν έχω δικαιολογία;

Σηκώθηκα πάνω και της είπα, «Μου αρέσουν πολύ τα ηλιοβασιλέματα. Έλα, πάμε να δούμε ένα ηλιοβασίλεμα τώρα!»

Πίσω από την πλάτη μου, έριξα ένα βιβλίο στην τύχη στον χαρτοφύλακά μου.

Δίστασε μια στιγμή αλλά τα μάτια της έλαμψαν. Πήρε και εκείνη την τσάντα της και με ακολούθησε έξω.

Έτρεξα στα δρομάκια και την κρατούσα από το χέρι. Λαχάνιασα γιατί είχα καιρό να τρέξω αλλά εκείνη με ακολουθούσε άνετα. Το κόκκινο φόρεμά της ανέμιζε στον αέρα. Με είδε να την κοιτάω με κομμένη την ανάσα και μου είπε, «Πρέπει να ξεκινήσεις γιογκαλάτες.»

«Καλά. Ότι πεις. Από Δευτέρα όμως. Μετά από αυτό το ηλιοβασίλεμα.»

Όπως πήρα την στροφή έπεσα πάνω σε ένα ζητιανάκι. Το σήκωσα, το ξεσκόνισα, όχι ότι έπαθε και τίποτα, και του έδωσα ότι λεφτά είχα στο κυπελάκι. Του έδωσα και το βιβλίο του Μικρού Πρίγκηπα, θα το ξεχρέωνα μετά στο καφέ-βιβλιοθήκη. Με κοίταξε και είπε, «ευχαριστώ κύριε, να ’στε καλά κύριε,» αλλά με ύφος απογοητευμένο. Κοίταξα τριγύρω, ένα παλιατζίδικο είχε πανέρι με κιτρινισμένα παλιά βιβλία, ταμπέλα «Όλα ένα ευρώ». Έψαξα τις ράχες. Τι να πάρω, τι να πάρω… Οι Περιπέτειες του Ρομπέν των Δασών. Υπό μάλης και αυτό.

Ξαφνικά όλα έγιναν ξεκάθαρα. Ο κόσμος γύρω μου ξεχώρισε σε δυο διακριτές κατηγορίες, μαύρο και άσπρο. Έχοντες και μη έχοντες.

Της ψιθύρισα στο αυτί, «Κάτσε εδώ,» και γλίστρησα στον κόσμο. Τσίμπησα ένα πορτοφόλι από έναν χοντρό, πήρα τα μετρητά και του το έβαλα πίσω χωρίς να πάρει χαμπάρι. Γύρισα στο ζητιανάκι, του έριξα το μάτσο χαρτονομίσματα στο κυπελάκι. Του έκανα γκριμάτσα και «σσσς.» Εκείνη με κοίταξε έκπληκτη και με ανοιχτό το στόμα. Περπάτησα με βηματάκια σαν χορευτικό πίσω της, έκλεψα ένα μήλο από έναν πάγκο και το πέταξα προς το ζητιανάκι. Μου χαμογέλασε.

Ένας αστυνομικός κοίταξε προς το μέρος μας και έγινα ένα με μια κολώνα. «Τι κάνεις; Θα μας πιάσουν!» μου είπε ψιθυριστοφωναχτά, έτσι που μόνο οι θυμωμένες γυναίκες ξέρουν να κάνουν. Της κάλυψα το στόμα, την έπιασα από την μέση και την κάναμε σιγά-σιγά σαν αγκαλιασμένοι φυγάδες. Την κοίταξα στα μάτια και της είπα, «Ήρθα εδώ για να πεθάνω, και που καλύτερο μέρος να χαθώ παρά στην αγκαλιά σου;»

Ένιωσα την καρδιά της να χτυπάει δυνατά, αλλά ο αστυνομικός πλησίαζε και ο ήλιος έπεφτε.

Τρέξαμε στην ανηφόρα και βρήκαμε επιτέλους ένα άνοιγμα στις πολυκατοικίες. Δεν ήταν καλό γαμώτο. Ο ήλιος έδυε. Θα χάναμε την στιγμή. Κοίταξα τριγύρω.

Ένα μπαλκόνι στον πρώτο όροφο λουζόταν με το χρυσό φως της δύσης. Τέλειο.

Έχωσα το χέρι μέσα στον χαρτοφύλακα και έβαλα το τελευταίο βιβλίο κάτω από την μασχάλη. Tarzan of the Apes. Πλάκα κάνεις!

«Εγώ Ταρζάν. Εσύ Τζέην!» της είπα και τσίριξε από έκπληξη όταν την άρπαξα και την φόρτωσα σαν σακί στον ώμο μου. Δάγκωσα το βιβλίο με τα δόντια, πέταξα τον χαρτοφύλακα στο μπαλκόνι με μια κίνηση δισκοβόλου και σκαρφάλωσα την κληματαριά. Τα χέρια μου βρήκαν σημεία να πιαστούν λες και το έκανα μια ζωή αυτό, και τα πόδια μου σήκωναν το βάρος μας δεξιοτεχνικά.

Ανέβηκα στο μπαλκόνι και προλάβαμε την δύση για δευτερόλεπτα. Την κατέβασα από τον ώμο μου και άνοιξα σκίζοντας το πουκάμισό μου για να ρουφήξω τον ήλιο με το σώμα μου.

«Είσαι τρελάρας!» μου είπε αλλά δεν ήταν κατηγορία.

Έσφιξα το βιβλίο στο χέρι, ρούφηξα τον αέρα στα πνευμόνια μου, άνοιξα τα μπράτσα και ξεκίνησα να αλαλάζω στην ζούγκλα της πόλης.

Τα χείλη της σφράγισαν τα δικά μου και η κραυγή υπεροχής πνίγηκε απότομα.

Λίγο η απότομη γυμναστική, λίγο το πολύ οξυγόνο, λίγο το φιλί που ποθούσα τόσα χρόνια και τα πόδια μου λύγισαν. Έγειρα σιγά-σιγά προς τα πίσω και εκείνη έσκυψε μαζί μου, τα χείλη της να χαϊδεύουν τα δικά μου με μικρές παύσεις για να πουν μόνο, «είσαι τρελάρας,» ξανά και ξανά.

Ξαπλωμένος στο μπαλκόνι, με τον κόσμο να γυρίζει και εκείνη από πάνω μου να φωτίζεται με φωτοστέφανο σαν θρησκευτική φιγούρα, αποφάσισα ότι το μόνο πρόσωπο από εδώ και πέρα που με ενδιέφερε να έχω ήταν εκείνο που θα ποθούσε αυτή.

Ακόμα και αν ήταν άλλο κάθε μέρα.

Leave a Comment

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *